Η Ντόρα Μπακογιάννη μιλά για «προσαρμογή» και εξάρτηση από τις ΗΠΑ, παρουσιάζοντας Ελλάδα και Ένοπλες Δυνάμεις ως προτεκτοράτο.
Αστερισμός των Εορτών
Τοποθέτηση
που θα μπορούσε να έχει εκφωνηθεί σε σεμινάριο «ρεαλισμού» του ΝΑΤΟ και όχι στο
ελληνικό Κοινοβούλιο έκανε η Ντόρα Μπακογιάννη, κατά τη συζήτηση
του νομοσχεδίου Δένδια στην Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας.
Με αφορμή τα
«πρόσφατα γεγονότα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού», δηλαδή την επίθεση των ΗΠΑ
στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του εκλεγμένου προέδρου της χώρας Νικολάς
Μαδούρο, η πρόεδρος της Επιτροπής δεν προχώρησε σε καμία καταδίκη παραβίασης
κυριαρχίας ή διεθνούς δικαίου. Αντιθέτως, αξιοποίησε το γεγονός ως πολιτικό
«μάθημα» για το πώς, κατά τη γνώμη της, οφείλει να προσαρμοστεί η
Ελλάδα και οι Ένοπλες Δυνάμεις της στη «νέα πραγματικότητα».
Η ίδια
άνοιξε την τοποθέτησή της με μια φράση που ουσιαστικά συμπυκνώνει το νέο
κυβερνητικό δόγμα: οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν παρουσιάζονται ως
θεσμός καθαρής άμυνας της χώρας, αλλά ως μηχανισμός που πρέπει να
ανασχεδιαστεί, να «προσαρμοστεί» και να υπηρετήσει μια ευρύτερη στρατηγική
προσαρμογής της χώρας σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου, κατά την αφήγησή
της, δεν υπάρχουν εγγυήσεις και δεν υπάρχουν κανόνες:
«Σχετικά με
την επιτακτική ανάγκη οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις να προσαρμοστούν στη νέα
διεθνή και περιφερειακή πραγματικότητα, επιβεβαιώνονται σήμερα με τον πλέον
κατηγορηματικό τρόπο από τις πρόσφατες εξελίξεις στην άλλη πλευρά του
Ατλαντικού».
Το μήνυμα
που εξέπεμψε ήταν κυνικό και σαφές. Όπως είπε χαρακτηριστικά:
«Είτε είσαι
στην Ταϊβάν, είτε στις Φιλιππίνες, είτε στη Νότια Κορέα, είτε προφανώς στην
Ελλάδα και την Κύπρο, μην περιμένεις κανένα τρίτο να σταθεί ανάμεσα σε σένα και
εκείνον που σε απειλεί».
Η φράση αυτή
δεν διατυπώνεται ως προειδοποίηση απέναντι σε έναν επικίνδυνο κόσμο, αλλά ως
αποδοχή του. Η ωμή ισχύς παρουσιάζεται όχι ως πρόβλημα, αλλά ως
δεδομένο στο οποίο οφείλουμε να προσαρμοστούμε. Η επίθεση των ΗΠΑ στη
Βενεζουέλα δεν αναφέρεται ως έγκλημα. Αναφέρεται ως απόδειξη.
Στην ίδια
λογική, η Μπακογιάννη περιέγραψε με αξιοσημείωτη ειλικρίνεια το πώς
αντιλαμβάνεται διαχρονικά τη θέση της χώρας στο διεθνές σύστημα, αναφερόμενη
ευθέως στην εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες:
«Για
δεκαετίες, τόσο εδώ όσο και ευρύτερα στην Ευρώπη, ζήσαμε μια περίοδο ανεμελιάς.
Ανεμελιά γεωπολιτική και στρατιωτική που μας επέτρεπε η σιγουριά της
Αμερικανικής Αμυντικής Ομπρέλας».
Και
συνεχίζοντας, περιέγραψε ως φυσιολογικό μηχανισμό αποτροπής την
αμερικανική παρέμβαση στα ελληνοτουρκικά:
«Ακόμα και
στη δική μας περίπτωση, όπου ο κίνδυνος ουδέποτε έπαυσε να βρίσκεται προ των
πυλών, η πραγματικότητα είναι ότι σε μεγάλο βαθμό στηριζόμασταν στην ισχύ που
ασκούσε ένα ακόμα τηλεφώνημα από το Αμερικανικό State Department προς
την απέναντι πλευρά».
Η φράση
αυτή δεν καταγγέλλει μια κατάσταση εξάρτησης. Την εξωραΐζει. Τη νομιμοποιεί. Την παρουσιάζει ως αυτονόητο
και θεμιτό πλαίσιο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα δεν
εμφανίζεται ως κυρίαρχο κράτος με δική του στρατηγική αποτροπής,
αλλά ως χώρα που λειτουργεί υπό την προστασία και τη διαμεσολάβηση μιας
υπερδύναμης. Ως προτεκτοράτο.
Ακόμη πιο
αποκαλυπτικό είναι ότι η κατάρρευση αυτού του μοντέλου δεν οδηγεί σε
αυτοκριτική. Δεν οδηγεί σε αναζήτηση εναλλακτικής, πολυδιάστατης ή ειρηνικής
στρατηγικής. Αντίθετα, χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για τη βαθύτερη προσαρμογή
της χώρας σε έναν κόσμο ωμής ισχύος, όπου οι ισχυροί δρουν ανεξέλεγκτα και οι
υπόλοιποι «μαθαίνουν να ζουν» με αυτό.
Και εδώ
μπαίνει το δεύτερο κρίσιμο κομμάτι της παρέμβασής της: η «προσαρμογή» δεν αφορά
μόνο γεωπολιτικές αναγνώσεις. Αφορά συγκεκριμένα την αναδιάρθρωση των
Ενόπλων Δυνάμεων, τη λογική διοίκησης, τη στελέχωση, την κοινωνική τους
σχέση και τα κριτήρια οργάνωσης. Η Μπακογιάννη επιχειρεί να εμφανίσει
τις Ένοπλες Δυνάμεις ως προϊόν μιας «επικίνδυνης ανεμελιάς» και όχι ως
θεσμό που συγκροτείται γύρω από τη λαϊκή κυριαρχία και την αμυντική ανάγκη:
«Μετά από
τρεις μακροσκελείς συνεδριάσεις της Επιτροπής, νομίζω ότι είναι πλέον προφανές
και στον τελευταίο από εμάς ότι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις
ανακλούσαν δυστυχώς αυτή την επικίνδυνη ανεμελιά, όπου η δομή των δυνάμεων
δεν καθοριζόταν αποκλειστικά με βάση τις αμυντικές ανάγκες της χώρας, αλλά
χρησιμοποιούνταν για την εξυπηρέτηση άλλων μη επιχειρησιακών συμφερόντων».
Η κριτική
αυτή, όμως, δεν οδηγεί σε ενίσχυση λογοδοσίας ή σε δημόσια συζήτηση για το τι
άμυνα θέλουμε και με ποιο κοινωνικό συμβόλαιο. Οδηγεί στην παρουσίαση του
νομοσχεδίου Δένδια ως μονόδρομου. Ως αναγκαστικής «μετάβασης» σε έναν
κόσμο όπου, κατά τη λογική που υιοθετεί, δεν υπάρχουν σύμμαχοι, δεν υπάρχουν
εγγυήσεις και δεν υπάρχει διεθνές δίκαιο.
Στη συνέχεια
απαριθμεί παθογένειες και τις μετατρέπει σε πολιτικό άλλοθι για τη συνολική
ανατροπή της δομής, μιλώντας για «πιο πολλούς διατάζοντες παρά διατασσόμενους»,
για μαζική «ψυχική ετοιμότητα» των νέων, για αξιολογήσεις που βαφτίζουν
«άριστους» σχεδόν τους πάντες. Και καταλήγει στο βασικό συμπέρασμα, συνδέοντάς
το ευθέως με την «ειρήνη στο έδαφός μας»:
«Η κατάσταση
αυτή ήταν πάντα προβληματική. Ήταν πάντα λάθος. Αλλά σήμερα, σε μια περίοδο που
δεν μπορεί να εγγυηθεί κανείς για το πόσο ακόμα θα απολαμβάνουμε την ειρήνη
ακόμα και στο έδαφός μας, η κατάσταση αυτή γίνεται επικίνδυνη και πρέπει να
αλλάξει. Αυτή είναι η φιλοδοξία του Σχεδίου Νόμου υπό εξέταση και γι’ αυτό θα
πρέπει κατά τη γνώμη μου να το υποστηρίξουμε».
Με άλλα
λόγια, το «νέο δόγμα» που υπερασπίζεται δεν είναι απλώς «ενισχύουμε την άμυνα».
Είναι ότι, καθώς η αμερικανική «ομπρέλα» δεν θεωρείται δεδομένη, καθώς ο κόσμος
παρουσιάζεται ως ζούγκλα, καθώς οι ισχυροί επιτίθενται και απαγάγουν
ηγέτες κρατών, η Ελλάδα οφείλει να μετασχηματίσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της με
όρους προσαρμογής σε αυτή τη ζούγκλα. Όχι με όρους διεθνούς δικαίου,
ειρήνης και συλλογικής ασφάλειας, αλλά με όρους επιβίωσης.
Το
αποτέλεσμα είναι διπλά επικίνδυνο. Από τη μία, η εξάρτηση από τις ΗΠΑ
παρουσιάζεται ως «φυσιολογική» κατάσταση του παρελθόντος, με το
«τηλεφώνημα» να γίνεται σχεδόν εργαλείο πολιτικής κανονικότητας. Από την άλλη,
η αποδόμηση αυτού του μοντέλου δεν οδηγεί σε χειραφέτηση, αλλά σε εσωτερική
στρατιωτική αναδιάταξη που βαφτίζεται «αναγκαιότητα». Και μαζί της βαφτίζεται
αναγκαιότητα και η παραίτηση από την ιδέα ότι το διεθνές σύστημα μπορεί να
συγκρατηθεί από κανόνες.
Δεν
πρόκειται, άλλωστε, για μια αποσπασματική τοποθέτηση. Η λογική που εξέφρασε η
Μπακογιάννη κινείται στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος με σχετικά πρόσφατες
δημόσιες δηλώσεις του ίδιου του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, ο
οποίος είχε επιλέξει να μιλήσει για «φέρετρα» και απώλειες, στο πλαίσιο της
προετοιμασίας της κοινωνίας για μια περίοδο αυξημένων κινδύνων.
Οι δηλώσεις
αυτές δεν είχαν χαρακτήρα αποτροπής ούτε ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.
Εντάσσονταν σε μια αφήγηση «ρεαλισμού», όπου ο πόλεμος, οι απώλειες και
το κόστος παρουσιάζονται ως αναπόφευκτα δεδομένα, στα οποία οφείλει να
προσαρμοστεί η χώρα. Όχι για να τα αποτρέψει πολιτικά ή διπλωματικά, αλλά
για να τα διαχειριστεί. Σε μια χώρα με ιστορική εμπειρία επεμβάσεων, εξαρτήσεων
και πολιτικών «εγγυητών», τέτοιες τοποθετήσεις δεν είναι απλώς πολιτικά
προβληματικές. Είναι επικίνδυνες. Και όταν εκφέρονται από την πρόεδρο
της Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας της Βουλής, παύουν να είναι προσωπική άποψη
και αποκτούν θεσμικό βάρος.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι αναφορές της Μπακογιάννη στην κατάρρευση της αμερικανικής «ομπρέλας», στην ανάγκη προσαρμογής των Ενόπλων Δυνάμεων και στη λογική «ο καθένας μόνος του» δεν αποτελούν προσωπικές υπερβολές. Συνθέτουν, μαζί με τις δηλώσεις Δένδια, ένα ενιαίο αφήγημα. Ένα αφήγημα που κανονικοποιεί την ιδέα ότι η χώρα πρέπει να μάθει να ζει με τον πόλεμο ως πιθανότητα, με τις απώλειες ως ενδεχόμενο και με την εξάρτηση ως δεδομένο.
armyvoice.gr
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK












.jpg)









0 Σχόλια