ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

20/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Responsive Advertisement

Oταν τα φώτα της πίστας σβήνουν Mπροστά στον Aνθρώπινο πόνο

 Η άγνωστη ιστορία από το 2002 στην Κομοτηνή, όπου ο Γιώργος Μαζωνάκης άφησε για λίγα λεπτά τον ρόλο του «σταρ» για να στηρίξει έναν μοναχικό πατέρα στα σκοτάδια του.


Μια συγκινητική και άγνωστη στο ευρύ κοινό ιστορία από το παρελθόν, που αναδεικνύει την ανθρώπινη πλευρά της νυχτερινής διασκέδασης, φέρνει στο φως της δημοσιότητας ο φιλόλογος Αλέξανδρος Σουλιώτης. Το περιστατικό, το οποίο εκτυλίχθηκε το 2002 στην Κομοτηνή, αποδεικνύει ότι η ενσυναίσθηση και το πραγματικό μεγαλείο των καλλιτεχνών κρίνονται μακριά από τα λαμπερά φώτα της δημοσιότητας.

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

Φροντιστήρια Ξένων Γλωσσών E.B.E ΤΟ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ: Είναι Το Κέντρο Ξένων Γλωσσών Που Ήρθε Να Προσφέρει - H άλλη προσέγγιση στις Ξένες Γλώσσες. FUN2LEARN: Δίνουμε βαρύτητα στην Οργάνωση του Χώρου και του Χρόνου της Μελέτης του Σπουδαστή – Μαθητή.... Σίσσυ Τσατσούλη: Εδώ και 48 χρόνια βάζουμε τα θεμέλια στην ξενόγλωσση εκπαίδευση στην Ηλιούπολη Ξένες Γλώσσες με... «Υπογραφή» PhD στην Ηλιούπολη: Το Κέντρο Agnes Katsianos Αλλάζει τα Δεδομένα στην Εκπαίδευση Eλένη Eυστρατιάδου Kεράνη - Γερμανικό Φροντιστήριο Γλυφάδας: «ΓΙΑΤΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ» Κέντρα Ξένων Γλωσσών Φαφαλιός: 50 Χρόνια Εκπαιδευτικής Αριστείας στην Ηλιούπολη με το Βλέμμα στο Μέλλον! «Δόξα Ηλιούπολης»: Η νέα δύναμη του τένις ανάβει τη δική της «Δάδα» προόδου! Γύμναθλος Hλιούπολης: Γενική Γυμναστική, που στoχεύει στη βελτίωση της φυσικής κατάστασης «Δόξα Ηλιούπολης»: Η νέα δύναμη του τένις ανάβει τη δική της «Δάδα» προόδου! Lingua Bridge: 100% επιτυχία στις εξετάσεις και νέες προσφορές για τη νέα σχολική χρονιά! Διεθνές Ωδείο Αθήνας: Σπουδές με επίσημη κρατική αναγνώριση και κορυφαίους καθηγητές Ξένες Γλώσσες Langoo ….. και μιλάς παντού

Σύμφωνα με τη μαρτυρία, όλα συνέβησαν στο περίφημο νυχτερινό κέντρο «Ηχοδρόμιο», κατά τη διάρκεια μιας κατάμεστης βραδιάς όπου ο δημοφιλής τραγουδιστής Γιώργος Μαζωνάκης επρόκειτο να εμφανιστεί στη σκηνή. Μέσα στην ένταση και τη λάμψη της προετοιμασίας, ένας από τους γηραιότερους εργαζομένους του καταστήματος βρισκόταν σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης, απομονωμένος σε μια γωνιά του μπαρ. Αιτία της θλίψης του ήταν ένας σοβαρός οικογενειακός καβγάς με την κόρη του, η οποία ζούσε μακριά και αρνούνταν να απαντήσει στις τηλεφωνικές του κλήσεις.

Η τροπή που πήρε η βραδιά ξάφνιασε τους παρευρισκόμενους. Ο Γιώργος Μαζωνάκης, λίγο πριν ανέβει στην πίστα, παρατήρησε τον δακρυσμένο άνδρα. Αντί να προσπεράσει, επέλεξε να καθίσει δίπλα του, να ακούσει το πρόβλημά του με προσοχή και στη συνέχεια να αναλάβει δράση με έναν απόλυτα αυθόρμητο τρόπο.

Ο γνωστός καλλιτέχνης κάλεσε την κόρη του εργαζομένου από το προσωπικό του τηλέφωνο. Με λόγια απλά και χωρίς κανένα ίχνος έπαρσης, της είπε:

«Κοπελιά, ο Γιώργος ο Μαζωνάκης είμαι. Δε σε ξέρω. Αλλά εδώ δίπλα μου έχω έναν πολύ γλυκό άνθρωπο. Τον μπαμπά σου. Κι όταν τον δεις και βρεθείτε, σε παρακαλώ, κάν' του μια αγκαλιά και κάν'το για πάρ'τη μου».

Η κίνηση αυτή, η οποία διήρκεσε μόλις λίγα λεπτά πριν από την έναρξη του προγράμματος, άφησε ανεξίτηλο σημάδι σε όσους έγιναν μάρτυρες του περιστατικού.

 ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK

Η ιστορία αυτή έρχεται να υπενθυμίσει τη σημασία της αλληλεγγύης. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο κ. Σουλιώτης, το αληθινό μεγαλείο δεν κρύβεται στην αποθέωση από το πλήθος, αλλά στην ικανότητα, την ώρα που όλοι κοιτάζουν εσένα, εσύ να στρέφεις το βλέμμα σου σε εκείνον που είναι μόνος στο σκοτάδι.

Η ανάρτηση που συγκινεί

Το 2002, ως φοιτητής, εργαζόμουν για ένα φεγγάρι στην υποδοχή ενός από τα μεγαλύτερα κλαμπ της εποχής, στο περίφημο Lobby της Κομοτηνής.

Μια πόρτα δίπλα ήταν το Ηχοδρόμιο για τους λάτρεις των πιο λαϊκών ακουσμάτων.

Ήταν από εκείνες τις εποχές που η νύχτα είχε άλλη ένταση.

Τα μαγαζιά γέμιζαν, οι καλλιτέχνες έρχονταν συχνότερα στην επαρχία, τα αυτοκίνητα σχημάτιζαν ουρές έξω από την είσοδο.

Εκείνο το βράδυ στο Ηχοδρόμιο τραγουδούσε ο Γιώργος Μαζωνάκης, που την περίοδο εκείνη είχε ήδη κάνει αίσθηση με τις εμφανίσεις του και το όνομά του ακουγόταν παντού.

Θυμάμαι τον κόσμο να περιμένει από νωρίς. Κοστούμια στην πένα, λαμπερά φορέματα, αρώματα, λουλούδια. Μια ξεχωριστή νύχτα ήταν έτοιμη ν' αρχίσει.

Και μέσα σ' όλη αυτή τη λάμψη υπήρχε ένας άνθρωπος που σχεδόν κανείς δεν πρόσεχε.

Ένας από τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζομένους του μαγαζιού.

Ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος. Απ' αυτούς που κάνουν τη δουλειά τους, δεν ενοχλούν κανέναν και στο τέλος της βραδιάς φεύγουν χωρίς να τους θυμάται σχεδόν κανείς.

Εκείνο το βράδυ, όμως, κάτι τον απασχολούσε.

Στεκόταν μόνος του στο πίσω μέρος του μπαρ, σ' ένα μισοσκότεινο σημείο κοντά στην αποθήκη με τα ποτά.

Δε χαμογελούσε.

Κάποια στιγμή τον είδα να σκουπίζει τα μάτια του.

Δε ρώτησα.

Στη δουλειά της νύχτας μαθαίνεις να μη ρωτάς πάντα.

Όταν αργότερα τον πλησίασα, όσο πιο διακριτικά μπορούσα, μου είπε μόνο:

-"Άσε με λίγο εδώ... Δεν έχω διάθεση για πολλά-πολλά. Συγγνώμη".

Δεν επέμεινα.

Αργότερα, από την εξέλιξη της ιστορίας, κατάλαβα ότι η κόρη του, που ζούσε μακριά, δεν του απαντούσε στις κλήσεις. Είχε προηγηθεί ένας άσχημος καβγάς μεταξύ τους κι εκείνη, θυμωμένη, δε σήκωνε το τηλέφωνο.

Κι αυτό τον είχε διαλύσει.

Όχι μόνο επειδή του έλειπε.

Αλλά γιατί δεν μπορούσε να είναι δίπλα της, να την κοιτάξει στα μάτια, ίσως να της ζητήσει συγγνώμη, να μιλήσουν, να τα βρουν.

Είναι εκείνη η περίεργη ενοχή που νιώθει ένας γονιός όταν το παιδί του πονάει, είναι ψυχραμένο μαζί του και βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, χάνοντας την ευκαιρία να δοθούν πρόσωπο με πρόσωπο εξηγήσεις και να λυθούν τυχόν παρεξηγήσεις...

Λίγο πριν ανέβει στην πίστα για το πρόγραμμά του, πέρασε δίπλα του ο Μαζωνάκης.

Δεν ξέρω αν κάποιος του το είχε πει ή αν απλώς τον πρόσεξε περνώντας.

Υποθέτω το δεύτερο.

Εγώ βρισκόμουν περίπου τέσσερα-πέντε μέτρα μακριά. Αρκετά κοντά, όμως, ώστε ν' ακούω τη συζήτησή τους.

Πέρασε δίπλα του.

Σταμάτησε.

Τον κοίταξε.

-"Όλα καλά;".

-"Καλά", Γιώργο.

Μια απάντηση που όλοι ξέρουμε ότι σημαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Ο Μαζωνάκης δεν τον προσπέρασε.

Κάθισε δίπλα του.

Και τότε ο άνθρωπος λύγισε.

Μέσα στα κλάματα, του μίλησε για την κόρη του. Για το τηλέφωνο. Για τις κλήσεις που έμεναν αναπάντητες. Για εκείνη τη σιωπή που, όταν έρχεται από έναν άνθρωπο που αγαπάς, μπορεί να γίνει πιο βαριά κι από μια πολύωρη κουβέντα με φωνές και εντάσεις...

Ο Μαζωνάκης τον άκουγε.

Δεν του έδωσε συμβουλές.

Δεν του είπε το τυπικό «μην στεναχωριέσαι, όλα καλά θα πάνε».

Απλώς τον άκουγε.

Κάποια στιγμή σηκώθηκε.

-"Δώσε μου το τηλέφωνό της".

Την πήρε από το προσωπικό του τηλέφωνο.

Θυμάμαι ακριβώς τα λόγια του:

-"Κοπελιά, ο Γιώργος ο Μαζωνάκης είμαι. Δε σε ξέρω. Αλλά εδώ δίπλα μου έχω έναν πολύ γλυκό άνθρωπο. Τον μπαμπά σου. Κι όταν τον δεις και βρεθείτε, σε παρακαλώ, κάν' του μια αγκαλιά και κάν' το για πάρτη μου".

Έκλεισε το τηλέφωνο.

Έδωσε το χέρι στον άνθρωπο, τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη, του έκλεισε το μάτι κι επέστρεψε στην πίστα για τις τελευταίες πρόβες.

Λίγο αργότερα έκανε το πρόγραμμά του.

Τραγούδησε μπροστά σε εκατοντάδες ανθρώπους.

Τον χειροκρότησαν, τον αποθέωσαν, φώναξαν το όνομά του.

Όμως εκείνη τη στιγμή, δεν είχε φερθεί σαν κανένας ψωνισμένος «σταρ».

Ήταν απλώς ένας άνθρωπος που είδε έναν άλλον άνθρωπο να πονάει και στάθηκε δίπλα του. Έστω για εκείνα τα τρία-τέσσερα λεπτά που κράτησε το σκηνικό.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πραγματικό μεγαλείο.

Όχι να σε χειροκροτούν και να σε αποθεώνουν οι πολλοί.

Αλλά να μπορείς, μέσα σε μια νύχτα γεμάτη φώτα, να προσέξεις τον έναν άνθρωπο που στέκεται μόνος στο σκοτάδι.

Να σταθείς δίπλα του.

Να τον ακούσεις.

Να του δώσεις, έστω για λίγα λεπτά, την αίσθηση πως δεν είναι μόνος.

Την ώρα που όλοι κοιτούν εσένα, εσύ να κοιτάξεις κάποιον άλλον.

Και στην τελική ίσως αυτό να έλειπε κι απ' τον ίδιον: κάποιος να τον κοιτάξει στα σκοτάδια του...

Αλέξανδρος Σουλιώτης - Φιλόλογος

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια