Ο εμβληματικός ερμηνευτής των «Μαλαματένιων Λογιών» και άοκνος εργάτης του δημοτικού και πολιτικού τραγουδιού άφησε πίσω του μια βαριά πολιτιστική κληρονομιά, μένοντας πιστός στους αγώνες του λαού μέχρι το τέλος.
Γεννημένος στα Ιωάννινα στις 30 Αυγούστου 1943, ο Μιχάλης Χαλκιόπουλος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, μεγάλωσε μέσα στην ιστορική μουσική οικογένεια των Χαλκιάδων. Πατέρας του ήταν ο σπουδαίος δεξιοτέχνης του κλαρίνου Τάσος Χαλκιάς, ενώ ο ίδιος ανήκε στην τέταρτη γενιά της οικογένειας. Η σχέση του με τη μουσική άρχισε σχεδόν από την κούνια. Στα επτά του χρόνια τραγουδούσε ήδη και στα δεκαέξι εργαζόταν επαγγελματικά.
«Το δημοτικό
τραγούδι ήταν το πρώτο μου σχολείο, δηλαδή η δημοτική ποίηση. Αυτή
άκουγα από τους δικούς μου, αυτή έμαθα από τους δικούς μου. Η πρώτη αυτή εικόνα
που μου έδωσε το δημοτικό τραγούδι με ακολουθούσε πάντα, σε όλη μου τη
διαδρομή», έλεγε αυτοβιογραφούμενος στο Μονόγραμμα της ΕΡΤ.
Στη
συνέντευξή του στην Ελευθερία της Ηπείρου περιέγραφε ακόμη πιο
παραστατικά τα πρώτα του ακούσματα: «Στο σπίτι, μωρό στη σαρμανίτσα, άκουγα τις
πρόβες που έκαναν ο πατέρας μου με τα αδέλφια του και τα τραγούδια αυτά με
νανούριζαν».
Το βάρος του
ονόματος δεν το αντιλαμβανόταν ως προνόμιο αλλά ως ευθύνη. «Αισθάνομαι τυχερός
και υπερήφανος που ανήκω στη μεγάλη οικογένεια των Χαλκιάδων. Τώρα, όσο για το
αν είμαι ο συνεχιστής, δεν θα το πω εγώ. Αυτό το αφήνω στον κόσμο που θα κρίνει
το έργο που και εγώ θα αφήσω πίσω μου».
Από τα
λαϊκά πάλκα στους μεγάλους συνθέτες
Η φωνή του
σφυρηλατήθηκε στα πανηγύρια και στα μπουλούκια, στα λαϊκά πάλκα, στην αγάπη του
για τον Πάνο Γαβαλά και τον Στέλιο Καζαντζίδη. Στα 18 του χρόνια
μπήκε στη δισκογραφία, ηχογραφώντας στην Columbia τραγούδια του Θεόδωρου
Δερβενιώτη και του Κώστα Βίρβου.
Στη συνέχεια
βρέθηκε δίπλα στη Σωτηρία Μπέλλου, στον Στέλιο Καζαντζίδη, στον Γρηγόρη
Μπιθικώτση και στον Γιώργο Ζαμπέτα, ενώ συνεργάστηκε και με μορφές
του λαϊκού και του ρεμπέτικου τραγουδιού όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Βασίλης
Τσιτσάνης και ο Γιάννης Παπαϊωάννου.
Στη μεγάλη
συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στον Κώστα Μπαλαχούτη θυμόταν ότι
βρέθηκε σχεδόν κατά τύχη στο στούντιο.
«Μ’ άκουσε ο
Λαμπρόπουλος… όταν ξανάφυγε ο Καζαντζίδης, με είχε βάλει «στο μάτι», με
ξαναφώναξε και πήγα και έκανα αυτά τα πρώτα του Δερβενιώτη και του Βίρβου»,
αφηγούνταν.
Από την
αρχή, όμως, ήξερε τι τραγούδια ήθελε να υπηρετεί.
«Όταν
γνωρίζεις αυτό το καταπληκτικό υλικό και τον λόγο του και τη μουσική του, άμα
σου δίνουν «φτηνά» πράγματα να πεις, δεν ικανοποιείσαι. Εγώ αυτή τη δουλειά την
έκανα από μεράκι. Έπρεπε να μ’ αρέσει κάτι για να το πω».
Το 1967,
στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες και
τον Καναδά. Εργάστηκε σε ελληνικά μουσικά κέντρα στο Μόντρεαλ,
στη Νέα Υόρκη και στο Σακραμέντο, όπου συνεργάστηκε ακόμη και με
τον Άντονι Κουίν στην παρουσίαση του «Ζορμπά». Επέστρεψε στην
Ελλάδα το 1971, όταν ο πατέρας του, ο Τάσος Χαλκιάς, υπέστη έμφραγμα.
Σε
συνέντευξή του στον Κώστα Μπαλαχούτη, θυμόταν πως η Χούντα είχε
επιχειρήσει να οικειοποιηθεί το δημοτικό τραγούδι, προκαλώντας αρχικά μια
αποστροφή σε μέρος του κόσμου. Όπως έλεγε, όμως, η σχέση του λαού με την
παράδοση αποδείχθηκε ισχυρότερη από κάθε πολιτική εργαλειοποίηση: «Έγινε και
μεγάλη ζημιά από τη Χούντα… Συνδέθηκαν τα δημοτικά τραγούδια μ’ όλους αυτούς
τους περίεργους τύπους… Αλλά μετά πέρασε, γιατί το δημοτικό τραγούδι δεν
ξεκολλάει από τον κόσμο».
Θυμόταν,
μάλιστα, ως σημείο καμπής το φοιτητικό συλλαλητήριο του 1973, όταν ο Γιάννης
Μαρκόπουλος και οι φοιτητές τραγουδούσαν το «Πότε θα κάνει ξαστεριά»,
ως απόδειξη ότι η παράδοση μπορούσε να γίνει ξανά τραγούδι αντίστασης.
Η επιστροφή
του στην Ελλάδα σηματοδότησε και το σημαντικότερο κεφάλαιο της καλλιτεχνικής
του πορείας. Η συνάντησή του με τον Γιάννης Μαρκόπουλο έμελλε να
σημαδέψει ανεξίτηλα το ελληνικό τραγούδι. Ο Λάκης Χαλκιάς έγινε μία από
τις χαρακτηριστικότερες φωνές έργων όπως η «Θητεία», οι «Μετανάστες»,
ο «Θεσσαλικός Κύκλος», το «Οροπέδιο» και, φυσικά, οι «Ελεύθεροι
Πολιορκημένοι».
Μαζί με τον Νίκο
Ξυλούρη, την Ειρήνη Παπά και τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη
τραγούδησαν τη φωτιά μέσα στη φωτιά, την αντίσταση, την αξιοπρέπεια και την
ελπίδα μιας ολόκληρης εποχής. Την ίδια περίοδο συνεργάστηκε και με τον Μίκη
Θεοδωράκη, ενώ η δωρική, βαθιά λαϊκή χροιά της φωνής του αποδείχθηκε
ιδανική για το πολιτικό τραγούδι.
Ο ίδιος
περιέγραφε τον εαυτό του ως «έναν κρίκο με όλη τη δημιουργική εποχή από το ’60
και μετά». Σε συνέντευξή του στη Τζωρτζίνα Ντούτση για το in.gr,
μιλούσε με ευγνωμοσύνη για τους ανθρώπους που σημάδεψαν την πορεία του, από τον
Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τη Σωτηρία
Μπέλλου, τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Γιώργο Ζαμπέτα, μέχρι τους μεγάλους
συνθέτες Γιάννη Μαρκόπουλο, Μίκη Θεοδωράκη, Χρήστο Λεοντή και Γιάννη
Μαμαγκάκη.
«Ευτύχισα να
γνωρίσω, να συνεργαστώ και να διδαχθώ από τους ογκόλιθους εκείνης της εποχής.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συνεργάστηκα είναι, μαζί με την οικογενειακή μου
ιστορία, η πολύ βαριά κληρονομιά πολιτισμού που κουβαλάω. Με κάνουν να
νιώθω ακόμα πιο υπεύθυνος», έλεγε.
Ο Λάκης
Χαλκιάς υπηρέτησε το δημοτικό και το πολιτικό τραγούδι ως άοκνος εργάτης, με
σεμνότητα και συνέπεια, χωρίς να κάνει εκπτώσεις στις καλλιτεχνικές και
πολιτικές του επιλογές.
Στα «Μαλαματένια
λόγια» η φωνή του έμοιαζε να δίνει νέο βάρος στους στίχους του Μάνου
Ελευθερίου. Στη «Φάμπρικα» έδινε φωνή στους ανθρώπους του μόχθου,
εκείνους που βρίσκονταν πάντοτε στο επίκεντρο του δικού του αξιακού κόσμου.
Παρέμεινε
μέχρι το τέλος δίπλα στους ανθρώπους της δουλειάς και του καθημερινού αγώνα.
Μιλούσε δημόσια για τις κοινωνικές ανισότητες, τη φτώχεια και την εκμετάλλευση,
ενώ υπερασπίστηκε σταθερά τον αγώνα του παλαιστινιακού λαού.
«Το
τραγούδι πρέπει να εκφράζει τη ζωή ενός λαού»
Για τον Λάκη
Χαλκιά, η παράδοση ήταν ο τρόπος με τον οποίο ένας λαός αφηγείται τον εαυτό
του. Συνήθιζε να επαναλαμβάνει τη φράση που είχε ακούσει από τον πατέρα του,
Τάσο Χαλκιά: «Λαός χωρίς παρελθόν και παράδοση είναι λαός χωρίς μέλλον».
Αυτή η φράση
έγινε η πυξίδα ολόκληρης της ζωής και της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Σε
συνέντευξή του στη δημοσιογράφο Τζωρτζίνα Ντούτση για το in.gr, υποστήριζε πως
το τραγούδι αποκτά πραγματική αξία μόνο όταν συνομιλεί με την κοινωνία και
εκφράζει τους ανθρώπους της.
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK
«Το τραγούδι
πρέπει να εκφράζει τα πραγματικά προβλήματα, τα πάθη, τις χαρές, τις λύπες,
τους αγώνες και γενικά όλες τις εκφάνσεις της ζωής ενός λαού. Τότε έχει την
ανάλογη αξία και γίνεται διαχρονικό», έλεγε χαρακτηριστικά.
Στην ίδια
συνέντευξη εξέφραζε την απογοήτευσή του για την πορεία της ελληνικής μουσικής,
διαπιστώνοντας με πίκρα πως «τώρα η παράδοση και το καλό τραγούδι είναι
απαγορευμένα», ασκώντας κριτική στην εμπορευματοποίηση της μουσικής και
στην απουσία ουσιαστικής πολιτιστικής πολιτικής.
Έργο ζωής
θεωρούσε τη μουσικοθεατρική παράσταση «2.500 Χρόνια Ελληνική Μουσική – Από
τον Όμηρο μέχρι σήμερα», όπως είχε αναφέρει τόσο στο «Μονόγραμμα» της ΕΡΤ
όσο και στο βιογραφικό της επίσημης ιστοσελίδας του.
Στο έργο
αυτό αφιέρωσε δώδεκα χρόνια έρευνας και μελέτης, επιχειρώντας να
αναδείξει τη συνέχεια της ελληνικής μουσικής από την αρχαιότητα έως σήμερα και
να αποδείξει ότι η παράδοση δεν αποτελεί μια σειρά αποσπασματικών εποχών, αλλά
μια αδιάσπαστη πολιτισμική διαδρομή.
Περισσότερες
από 2.500 συναυλίες, αμέτρητες ηχογραφήσεις και συνεργασίες με τους
σημαντικότερους δημιουργούς του ελληνικού τραγουδιού. Η ουσιαστικότερη
κληρονομιά του, όμως, ίσως να βρίσκεται στην αξιοπρέπεια με την οποία
πορεύτηκε και στην πίστη του ότι ο καλλιτέχνης οφείλει να στέκεται δίπλα
στην κοινωνία και όχι πάνω από αυτήν.
Αυτό ήταν,
άλλωστε, και το μεγαλύτερο μάθημα που κουβαλούσε από τον πατέρα του.
«Να είμαι
αξιοπρεπής και υπερήφανος γι’ αυτό το επάγγελμα που κάνω. Να αγαπώ, να σέβομαι
τον κόσμο και να βρίσκομαι πάντα κοντά του και στις καλές αλλά και στις κακές
στιγμές του», έλεγε, εξηγώντας ότι αυτή η συμβουλή έγινε στάση ζωής και
πυξίδα σε ολόκληρη την πορεία του.
Αυτή είναι η παρακαταθήκη που αφήνει πίσω του. Όσο θα ακούγονται η «Φάμπρικα», οι «Μετανάστες», οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» και, φυσικά, τα «Μαλαματένια λόγια», η φωνή του Λάκη Χαλκιά θα συνεχίζει να συνοδεύει τις χαρές, τις λύπες, τους αγώνες και τις ελπίδες του λαού.





0 Σχόλια